Είστε εδώ

Έναν χρόνο στην Ελλάδα. Περιμένοντας την κανονική ζωή…

Έναν χρόνο πριν, στις 25 Ιανουαρίου 2016, η οικογένεια του Ozdan εγκατέλειψε το Ιράκ. «Ήταν θέμα επιβίωσης», λέει ο πατέρας «έπρεπε να σώσω τα παιδιά μου».

© Mitsi Persani / MSF

Πέρασαν από την Τουρκία στη Σάμο κι έφτασαν στην Ειδομένη έτοιμοι για το πέρασμα σε μια νέα ζωή. Τα σύνορα έκλεισαν όμως και μεταφέρθηκαν σε ένα δάσος στους πρόποδες του Ολύμπου, στον καταυλισμό της Πέτρας μαζί με άλλους πρόσφυγες της μειονότητας Γιαζίντι.

Εκεί τους συνάντησα τον Οκτώβριο, όταν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα εμβολίαζαν τα παιδιά των προσφύγων στους περισσότερους καταυλισμούς της χώρας. Ήταν ίσως η πολυπληθέστερη οικογένεια του καταυλισμού. Ήταν τόσοι πολλοί που μία οικογενειακή φωτογραφία αποτελούσε πρόκληση.

Μεγαλύτερη πρόκληση όμως ήταν η επικοινωνία καθώς δεν υπήρχε κοινή γλώσσα συνεννόησης. Οι ερωτήσεις ήταν πολλές και από τις δύο πλευρές: «γιατί θέλω τη φωτογραφία;», «γιατί βρίσκομαι εδώ;», «τι ξέρω για τους πρόσφυγες;…», από τη μία. «Πώς φτάσατε εδώ;», «πώς είναι οι συνθήκες;», «πώς χωράνε 15 άνθρωποι σε μία σκηνή;», από την άλλη. Γράφαμε και μεταφράζαμε με τα κινητά αλλά όλο αυτό έπαιρνε χρόνο και στερούσε από την κουβέντα μας την αμεσότητα και την αβίαστη ροή.

Κανονίσαμε να μιλήσουμε με τη βοήθεια ενός διερμηνέα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και δώσαμε ραντεβού σε μία ώρα στη σκηνή τους. Όταν πήγα ήταν η ώρα του φαγητού. «Φάτε με την ησυχία σας και θα επιστρέψω σε μισή ώρα». Ήταν ανένδοτοι. Τα παιδιά με τραβούσαν απ’ το χέρι και η μητέρα έγνεφε να μείνω και χαμογελούσε ενθαρρυντικά. Γι’ αυτούς ήταν δεδομένο πως θα μοιράζονταν το γεύμα τους μαζί μου.

Αφήσαμε όλοι τα παπούτσια μας έξω από τη σκηνή, στρώθηκε μία κουβέρτα και σερβιρίστηκε το μεσημεριανό. Ψητό κοτόπουλο, ρύζι, ντομάτα, κρεμμύδι και ψωμί. Στο πιάτο μου μπήκε η μεγαλύτερη μερίδα. Προσπαθούσα να τους μετρήσω, να δω αν είχαν καθίσει όλοι να φάνε, μήπως στερούσα το φαγητό από κάποιον…  Λες και δεν έφτανε αυτό το γενναιόδωρο γεύμα ήρθε να προστεθεί κι ένα φλυτζάνι δυνατό τσάι με ζάχαρη. Ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσει η κουβέντα:

«Φύγαμε από το Ιράκ στις 25 Ιανουαρίου 2016. Φύγαμε εξαιτίας του ISIS. Έχω 13 παιδιά κι έπρεπε να τα σώσω από τον θάνατο. Είμαστε Γιαζίντι και όταν ο ISIS μπήκε στην πόλη μας ήθελε να μας σκοτώσει όλους. Κάναμε ένα πολύ δύσκολο ταξίδι και φτάσαμε στην Τουρκία. Εγώ, η γυναίκα μου και τα παιδιά, 15 άτομα όλοι μαζί, έπρεπε να περάσουμε μέσα από τα βουνά και ήταν χειμώνας. Περπατούσαμε για τρεις μέρες και φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μας περίμενε η χειρότερη εμπειρία του ταξιδιού. Ήμασταν 75 άνθρωποι κι έπρεπε να μείνουμε για 5 ώρες μέσα σε ένα μικρό φορτηγό. Δεν μπορούσαμε ούτε να αναπνεύσουμε, νομίζαμε ότι θα πεθάνουμε.

Μείναμε στην Τουρκία τρεις εβδομάδες και στα μέσα Φεβρουαρίου διασχίσαμε το Αιγαίο και φτάσαμε στη Σάμο. Για το ταξίδι από το Ιράκ στη Σάμο πληρώσαμε 2.300 δολάρια για κάθε έναν από μας. Θέλαμε να πάμε στη Γερμανία. Ο αδελφός μου και η αδελφή μου έχουν πάει εκεί κι έχουν ξεκινήσει μια νέα ζωή.

Από τη Σάμο πήγαμε στην Αθήνα και μετά στην Ειδομένη. Είχαμε τα χαρτιά μας έτοιμα, με σφραγίδες, τα πάντα, και τα σύνορα ήταν ακόμη ανοιχτά. Μείναμε εγκλωβισμένοι στην Ειδομένη για δύο μήνες και τα σύνορα τελικά έκλεισαν.

Μετά την εκκένωση της Ειδομένης μάς έφεραν εδώ στον Όλυμπο, στον καταυλισμό της Πέτρας. Είναι καλύτερα από την Ειδομένη, αλλά είναι πραγματικά άσχημα. Τα ζώα ζουν στο δάσος, όχι οι άνθρωποι.

Ξεφύγαμε από τον θάνατο στο Ιράκ και μετά είδαμε τον πραγματικό θάνατο. Τι θα γίνει τώρα; Δεν έχουμε μέλλον εδώ. Δεν έχουμε καμία πληροφόρηση, μόνο ο Θεός γνωρίζει τι θα μας συμβεί. Εδώ είναι μια ανοιχτή φυλακή. Από την ώρα που ξυπνάω το πρωί σκέφτομαι το μέλλον μας. Μας δίνουν φαγητό και ρούχα, αλλά δεν είναι αυτά μόνο που χρειαζόμαστε. Θέλουμε να πάμε στη Γερμανία και να συνεχίσουμε τη ζωή μας».  

Δύο μήνες πριν η οικογένεια του Ozdan μεταφέρθηκε στην περιοχή Λουτρά Απολλωνίας, περίπου 40 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Οι συνθήκες ζωής τους είναι τώρα σαφώς καλύτερες. Παρ’ όλα αυτά ζουν …σε αναμονή της κανονικής τους ζωής. Αυτής που θα έρθει όταν βρεθούν σε μία χώρα όπου τα παιδιά θα πηγαίνουν σχολείο και ο ίδιος θα εργάζεται για να τα ζήσει. Σε μία χώρα όπου θα λέγονται και πάλι Οζντάν, Γουάφα, Γκουαρί και όχι απλά «πρόσφυγες».

Κείμενο: Μήτση Περσάνη, υπεύθυνη Έντυπης Επικοινωνίας στο Ελληνικό Τμήμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα