Είστε εδώ

Από τη χολέρα στη διφθερίτιδα: Νέα απειλή στην Υεμένη

Με μια νέα απειλή για τη δημόσια υγεία βρίσκεται αντιμέτωπη η Υεμένη, καθώς έχει εμφανιστεί πιθανή επιδημία διφθερίτιδας.

Malak Shaher/MSF

Έως τις 4 Δεκεμβρίου είχαν αναφερθεί 318 πιθανά κρούσματα διφθερίτιδας και 28 θάνατοι σε 15 από τις 20 επαρχίες της Υεμένης. Τα μισά πιθανά κρούσματα είναι παιδιά από 5 έως 14 ετών, ενώ σχεδόν το 95% των θανάτων είναι παιδιά κάτω των 15 ετών. Σχεδόν το 70% των συνολικών πιθανών κρουσμάτων εντοπίζονται στην επαρχία Ιμπ.

Η διφθερίτιδα είναι μια μεταδοτική και δυνητικά θανατηφόρα βακτηριακή λοίμωξη με κύρια συμπτώματα μια γκρίζα μεμβράνη στον φάρυγγα ή στη μύτη, πονόλαιμο και πυρετό. Μπορεί να προληφθεί με εμβολιασμό.

«Η διφθερίτιδα έχει εξαλειφθεί από τις περισσότερες χώρες μετά από εκστρατείες συστηματικού εμβολιασμού των παιδιών και πλέον είναι μια ξεχασμένη ασθένεια. Ακόμη και στην Υεμένη, το τελευταίο κρούσμα διφθερίτιδας καταγράφηκε το 1992 και η τελευταία επιδημία το 1982. Ωστόσο, το σύστημα υγείας της Υεμένης έχει γυρίσει πολλές δεκαετίες πίσω εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου και του αποκλεισμού» λέει ο Μαρκ Ποντσίν, συντονιστής επείγουσας παρέμβασης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Ιμπ.

«Μετά από δυόμισι χρόνια βίας και έναν αποκλεισμό που προκαλεί ελλείψεις φαρμάκων και εμβολίων, μεταξύ άλλων ειδών, οι υποδομές υγείας είναι υπό διάλυση. Η έλλειψη καυσίμων εξαιτίας του αποκλεισμού σημαίνει ότι οι ασθενείς δεν έχουν τη δυνατότητα να επισκεφθούν κάποιο από τα ελάχιστα κέντρα υγείας που εξακολουθούν να λειτουργούν σε όλη τη χώρα. Αυτό είναι κρίσιμο, επειδή όταν κάποιος που έχει μολυνθεί δεν έχει πρόσβαση σε θεραπεία τακτικά, η διφθερίτιδα μπορεί να εξαπλωθεί στο σώμα του και να είναι θανατηφόρα σε έως 40% των περιπτώσεων» προσθέτει.

Οι ανθρωπιστικοί φορείς αγωνίζονται να ξεκινήσουν δραστηριότητες θεραπείας και πρόληψης της διφθερίτιδας λόγω των συνεχιζόμενων δυσκολιών όσον αφορά στη μεταφορά εξειδικευμένου προσωπικού και των απαιτούμενων προμηθειών στην Υεμένη και στις περιοχές που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες.

«Αναμφίβολα πρόκειται για άλλη μια ασθένεια για την οποία ευθύνεται ο άνθρωπος. Επιπλέον, μαστίζει μια χώρα που καλά-καλά δεν έχει συνέλθει από μια επιδημία χολέρας πολύ μεγάλης κλίμακας, η οποία δεν έχει τερματιστεί ακόμη» τονίζει ο συντονιστής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα.

«Σε παγκόσμιο επίπεδο, η μείωση των κρουσμάτων διφθερίτιδας τα τελευταία χρόνια είχε ως συνέπεια σημαντικό έλλειμμα γνώσεων σχετικά με τη θεραπεία της. Αυτό κάνει πολύ πιο δύσκολο για τους εργαζόμενους υγείας τον εντοπισμό, την απομόνωση και τη θεραπεία των κρουσμάτων γρήγορα και σωστά» προσθέτει ο Ποντσίν. «Για τη θεραπεία της διφθερίτιδας, οι ασθενείς πρέπει να είναι απομονωμένοι και να παίρνουν αντιβιοτικά και αντιτοξίνες. Όμως η παγκόσμια προσφορά της αντιτοξίνης, που είναι το σημαντικότερο κομμάτι της θεραπείας, είναι πολύ περιορισμένη, και μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες δεν υπήρχαν αντιτοξίνες στην Υεμένη».

Προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επιδημία, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, προμηθεύονται το μεγαλύτερο μέρος της αντιτοξίνης που είναι ακόμη διαθέσιμο παγκοσμίως και παραγγέλνουν περισσότερα αντιβιοτικά. Ακόμη, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουν συγκροτήσει μια ομάδα ταχείας παρέμβασης που θα πραγματοποιεί ελέγχους, θα εντοπίζει πιθανά κρούσματα στις κοινότητες και θα παρέχει θεραπεία προφύλαξης σε όσους έρχονται σε επαφή με κάποιον ασθενή με διφθερίτιδα.

Στις 11 Δεκεμβρίου, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα άνοιξαν μια θεραπευτική μονάδα διφθερίτιδας στο νοσοκομείο Nασέρ στην πόλη Ιμπ και υποστηρίζουν άλλες δύο στα νοσοκομεία Γιαρίμ και Τζιμπλάχ, με τη δεύτερη να διαθέτει μονάδα εντατικής φροντίδας. Θα δημιουργηθεί επίσης ένα σύστημα παραπομπών με ασθενοφόρα για τη μεταφορά των πιθανών κρουσμάτων σε νοσοκομείο.

Ακόμη, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα θα υποστηρίζουν τη μεταφορά των δειγμάτων σε εργαστήριο για επιβεβαίωση των κρουσμάτων και θα πραγματοποιούν δραστηριότητες προαγωγής υγείας για να ευαισθητοποιήσουν τις κοινότητες σχετικά με τη διφθερίτιδα. Τέλος, θα ανοίξουν μια μονάδα εντατικής φροντίδας στο νοσοκομείο Σαντάκα στο Άντεν, όπου καταγράφηκαν 14 κρούσματα και 4 θάνατοι.

«Επισκεπτόμαστε σπίτια όπου έξι ή περισσότεροι εκτοπισμένοι άνθρωποι ζουν σε συνθήκες μεγάλου συνωστισμού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν υπάρχει τρόπος απομόνωσης των κρουσμάτων και δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση της διφθερίτιδας. Επομένως, η απομόνωση και η θεραπεία των ασθενών, η παροχή προληπτικής φροντίδας στις κοινότητες που έχουν πληγεί και η ευαισθητοποίηση είναι ζωτικής σημασίας για να σταματήσει η εξάπλωση της διφθερίτιδας. Το σύστημα υγείας της Υεμένης δεν αντέχει άλλη μια επιδημία» καταλήγει ο Ποντσίν.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ