Είστε εδώ

Bορειοδυτική Συρία: Eντατικοί βομβαρδισμοί εκμηδενίζουν την παροχή ιατρικής φροντίδας

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ζητούν από τις αντιμαχόμενες πλευρές και τους υποστηρικτές τους να σταματήσουν τις επιθέσεις σε δομές υγείας.

© KARAM ALMASRI / Φωτογραφία αρχείου

28 Σεπτεμβρίου 2017 – Εν μέσω έντονης κλιμάκωσης των βομβαρδισμών στη βορειοδυτική Συρία (κυρίως στην επαρχία Ιντλίμπ και βόρεια της επαρχίας Χάμα) από την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου, νοσοκομεία και ιατρικές δομές αναγκάζονται να κλείσουν είτε γιατί έχουν βομβαρδιστεί είτε γιατί υπάρχει φόβος ότι θα βομβαρδιστούν, αφήνοντας ασθενείς και τραυματίες με όλο και λιγότερες επιλογές για σωτήρια ιατρική περίθαλψη, την ώρα μάλιστα που τη χρειάζονται περισσότερο, αναφέρουν σε ανακοίνωσή τους οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα.

Το νοσοκομείο Χάμα Σέντραλ/Σαμ που υποστηρίζεται από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, δέχθηκε αεροπορική επίθεση στις 6:30 περίπου τοπική ώρα, το πρωί της Τρίτης 26 Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός λειτουργίας, ευτυχώς όμως χωρίς να χαθούν ανθρώπινες ζωές.

Τρία ακόμα νοσοκομεία έγιναν στόχος επίθεσης και σταμάτησαν να λειτουργούν στις 19 Σεπτεμβρίου στην επαρχία Ιντλίμπ, και δύο σημαντικά νοσοκομεία στην περιοχή της Ζισρ αλ-Σουγκούρ εκκενώθηκαν τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου υπό τον φόβο βομβαρδισμού. Πλέον, οι ιατρικές δομές που απομένουν στην περιοχή είναι υπερπλήρεις και πασχίζουν να αντεπεξέλθουν στη συνεχή ροή τραυματιών. 

Το νοσοκομείο Χάμα Σέντραλ/Σαμ δεχόταν περιστατικά από τη νότια Ιντλίμπ και τη βόρεια Χάμα και ήταν η μοναδική δομή στην περιοχή όπου μπορούσαν να πραγματοποιηθούν κρίσιμες χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς τα άλλα νοσοκομεία έχουν καταστραφεί ή εκκενωθεί. Συνεπώς, η επίθεση στο νοσοκομείο αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση της δυνατότητας για παροχή επείγουσας ιατρικής φροντίδας, κάτι το οποίο έχει συμβεί επανειλημμένως στη συγκεκριμένη περιοχή.

«Περιμέναμε την επίθεση», δήλωσε ο διευθυντής του υποστηριζόμενου από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα νοσοκομείου. «Το νοσοκομείο που διευθύνω έχει δεχθεί περισσότερες από 10 αεροπορικές επιθέσεις από την ημέρα που ξεκινήσαμε το 2012».

Έξι ακόμα υποστηριζόμενα από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα νοσοκομεία και κέντρα υγείας στις επαρχίες Ιντλίμπ και Χάμα έχουν δεχθεί συνολικά 241 τραυματίες από τις 20 έως τις 27 Σεπτεμβρίου. Έχουν επίσης αναφέρει 61 θανάτους. Ένα από τα νοσοκομεία αυτά δέχθηκε 99 τραυματίες και ανέφερε 21 θανάτους στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου πριν χρειαστεί να μεταφέρει όλους τους ασθενείς και να περιορίσει τις λειτουργίες του, καθώς υπήρχαν ανησυχίες ότι αποτελεί ενδεχόμενο στόχο. Τα υπόλοιπα νοσοκομεία εξακολουθούν να λειτουργούν, υπό τον μόνιμο φόβο βομβαρδισμού.

Ένα ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό των τραυματιών είναι σοβαρά περιστατικά – 100 τραυματίες σε κρίσιμη κατάσταση, 93 μέτριας και 48 περιορισμένης κρισιμότητας. Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη φήμη ότι οι ασθενείς αποφεύγουν να πάνε στα νοσοκομεία, φοβούμενοι τους βομβαρδισμούς. 129 από αυτούς τους τραυματίες (πάνω από το 50%) είναι γυναίκες και παιδιά κάτω των 15 ετών, γεγονός που δείχνει ότι οι βομβαρδισμοί πλήττουν σε μεγάλο βαθμό τον άμαχο πληθυσμό.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μετέφεραν εσπευσμένα επιπλέον ιατρικές προμήθειες στα νοσοκομεία που λειτουργούν ακόμα, για να τα βοηθήσουν να διατηρήσουν τις ζωτικής σημασίας υπηρεσίες τους. Ωστόσο, αυτή η υποστηρικτική παρέμβαση μπορεί να έχει μόνο περιορισμένο αντίκτυπο εφόσον οι δομές δεν είναι ασφαλείς λόγω των συνεχιζόμενων βομβαρδισμών.

«Είναι ξεκάθαρο ότι τα νοσοκομεία αυτή τη στιγμή δεν εξαιρούνται από τους βομβαρδισμούς στην Ιντλίμπ και αυτό είναι εξοργιστικό», δήλωσε ο Μπρις ντε λα Βιν ( Brice de le Vingne), Διευθυντής Αποστολών των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Τα νοσοκομεία κλείνουν ή μειώνουν τη λειτουργικότητά τους εξαιτίας του φόβου. Τις συνέπειες τις υφίστανται όλοι οι άνθρωποι, οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι έγκυες γυναίκες, οποιοσδήποτε χρειάζεται ιατρική φροντίδα. Σύμφωνα με το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο – τους "κανόνες του πολέμου" – οι άνθρωποι που χρειάζονται ιατρική φροντίδα, είτε μαχητές είτε άμαχοι, πρέπει να έχουν εξασφαλισμένη πρόσβαση στη φροντίδα που χρειάζονται και οι ιατρικές δομές που τους την παρέχουν δεν μπορεί να αποτελούν στόχο επίθεσης. Οι αντιμαχόμενες πλευρές και οι πολιτικοί και οικονομικοί υποστηρικτές τους, πρέπει να ανταποκριθούν στις πολλαπλές δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και βάσει των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εάν οι αντιμαχόμενες πλευρές και οι υποστηρικτές τους ήθελαν πραγματικά να τηρήσουν υπεύθυνη στάση και να αποφύγουν να πλήξουν δομές ιατρικής φροντίδας, ασφαλώς θα μπορούσαν να το κάνουν».

 

Σημείωση: Αν και δεν είναι ο πρωταρχικός φορέας υποστήριξης, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα υποστηρίζουν το νοσοκομείο Χάμα Σέντραλ/Σαμ με τακτικές μηνιαίες δωρεές ιατρικών προμηθειών από το 2014. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν τέσσερις ιατρικές δομές και τρεις κινητές κλινικές στη βόρεια Συρία, συνεργάζονται με πέντε δομές και παρέχουν υποστήριξη από απόσταση σε 73 δομές υγείας σε όλη τη χώρα, σε περιοχές όπου οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν μπορούν να έχουν φυσική παρουσία. Δεν υπάρχει προσωπικό των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στις υποστηριζόμενες δομές. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στη Συρία δεν δραστηριοποιούνται σε περιοχές που ελέγχονται από το «Ισλαμικό Κράτος» καθώς η ηγεσία του δεν διασφαλίζει στην οργάνωση την ασφάλεια και τη δυνατότητα για αμερόληπτη δράση. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν μπορούν επίσης να εργαστούν σε ελεγχόμενες από την κυβέρνηση περιοχές, δεδομένου ότι παρά τα αιτήματα που έχουν υποβάλει στις κυβερνητικές Αρχές μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να εξασφαλίσουν πρόσβαση. Για να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία τους από πολιτικές πιέσεις, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν λαμβάνουν καμία κρατική χρηματοδότηση για τη δράση τους στη Συρία.